ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ
ΔΕΝ
ΓΑΛΗΝΕΥΟΥΝ ΠΟΤΕ
"Δεν
μπορεί να είναι τόσο χάλια η ζωή",
σκέφτομαι
καμιά φορά.
" Ό,τι και να γίνει, ο άνθρωπος στο τέλος
μπορεί να
πάει να περπατήσει στο Βόσπορο"
Ορχάν Παμούκ **
Η Πόλη πάντα μαγνητίζει την ύπαρξη μου, την
σκέψη μου, ακόμα και τις κινήσεις μου αν και
εδώ και πολλά χρόνια την
έχω εγκαταλείψει, πιστεύω ότι την πρόδoσα, δεν
έμεινα πιστός σ’αυτήν, την αγνόησα αφήνοντας μου μακριά μου. Δεν ξέρω πως
τόλμησα να αποχωριστώ την μαγική της ομορφιά, τον ανεπανάληπτο σε κάλος
Βόσπορο, τον αέρα, την μυρωδιά του.
Η ψυχή της
Ιστανμπούλ, η δύναμή της, πηγάζουν από το Βόσπορο. **
Με ρηγά η θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου μέσα από
τις αναμνήσεις μου……
Η ψυχή μου ποθεί, καθημερινά να επισκέπτομαι
το Βόσπορο, να αναπολώ τα παιδικά μου χρόνια, τους περιπάτους μου, το κολύμπι,
το τσάι συνοδεία σιμιτιού και μπουγάτσας κουρού, το ρακί με το μεζέ αγκαλιά με
την ανήσυχη θάλασσα.
Μικρό παιδί σε κάθε μου
βόλτα στο Βόσπορο αναζητούσα αυτά που έβλεπα σε κιτρινισμένες καρτ ποστάλ, τα
γιαλί που ένα μετά το άλλο καιγόντουσαν και στεκόταν όρθια μόνο μερικά ξύλινα
δοκάρια που είχαν γλυτώσει από τον θυμό της αλύπητης φωτιάς, τα καΐκια που
πηγαίνανε γιαλό γιαλό και πουλούσανε φρούτα, τις πλαζ του Βοσπόρου όπου πηγαίναμε, πόσο όμορφα είναι να κολυμπάς
στα κρύα νερά του Βοσπόρου, τις αποβάθρες του που τις κλείσανε τη μία μετά την
άλλη, τις εγκατέλειψαν, κι αργότερα τις μετέτρεψαν σε πολυτελή εστιατόρια, τους
ψαράδες που πήγαιναν τις βάρκες τους κοντά στις αποβάθρες.
Τι κακό είναι να μη
μπορεί πια να κάνει κάποιος έστω και μια μικρή βόλτα με αυτές.
Είπα ψαράδες και θυμήθηκα τα περίεργα ξύλινα κτίσματα
πάνω στους πασσάλους κρεμασμένοι ξύλινοι σκελετοί στα παράλια του Βοσπόρου , τα
έβλεπα στις γκραβούρες και αναρωτιόμουν τι είναι., σε τι χρησιμεύουν ; Πολύ
αργότερα έμαθα από τον Στέλιο το ψαρά από το Αρναούτκιοϊ τι ήταν αυτά τα
περίεργα κατασκευάσματα.
Ήταν τα νταλιάνια…..
Τα παρομοίαζα με τα γκεντζεκοντού των φτωχών συνοικιών
της Πόλης τα deniz gecekondusu .
Τα νταλιάνια υπήρχαν κατά μήκος των στενών του
Βοσπόρου ,τα πιο φημισμένα δε ήταν του Beykoz, αλλά και
των παραλίων της Προποντίδας.
Όπως και τα νταλιάνια της Αρετσού στα παράλια
της Μικράς Ασίας με τα περίφημα παρασκευαστήρια τσίρων.
Η
μετανάστευση των κοπαδιών ψαριών από την Μαύρη θάλασσα στα Στενά και στην
Προποντίδα και η επιστροφή πολλών ειδών πάλι
πίσω, έκανε τους ψαράδες να αλιεύουν τα κοπάδια αυτά με δίχτυα που ήταν στερεωμένα
σε πασσάλους και αργότερα σε σημαδούρες
και ντούμπες. Ο βαρδιατζίδες ή καπακτσίδες ήταν αυτοί που ειδοποιούσαν
να κλείσει η είσοδος των διχτυών, ανεβασμένοι στα θαλάσσια γκετζεκοντού ,- αυτές τις ξύλινες σκοπιές - μόλις το κοπάδι των ψαριών έμπαινε μέσα. Τα ψάρια έφταναν στην ακτή με
τις στενόμακρες βάρκες (στο Ρύσιο -Αρετσού ή Ντάριτζα,τις έλεγαν τσέρνικες), Οι ψαράδες
μετρούσαν το φρέσκο ψάρι με κοφίνια, τα λεγόμενα τοπάτσια, που το καθένα
έπαιρνε 700-800 ψάρια. Kάθε καΐκι είχε το δικό του τοπάτσι, άλλα μικρότερα,
άλλα λίγο μεγαλύτερα. Τα γέμιζαν ως πάνω, δηλαδή σιλμέ [σε ευθεία με τα χείλη
του κοφινιού] και μετρούσαν πόσα κοφίνια ψάρια είχε φόρτωμα το καΐκι.Μετά τα
έγραφε ο κάσας στο βιβλίο που λεγόταν μάσα και μετά πουλιόταν
τα τρία τέταρτα της ποσότητας, ενώ την υπόλοιποι την έπαιρναν σαν αμοιβή όλοι οι
εργαζόμενοι στα νταλιάνια..
Το κάθε
νταλιάνι το διαχειρίζονταν συνεταιρικά οι νοικοκυραίοι του, οι οποίοι κατείχαν
τα μερίδιά τους είτε από αγορά είτε λόγω των κληρονομικών τους δικαιωμάτων.
Κάθε μερίδιο υποδιαιρούνταν σε τέσσερα «τσαρίκια» ή εξήντα «πούλια». Σχολαστική
περιγραφή νταλιανιού συναντάμε επίσης
στο σύγγραμμα του Pierre Belon, που μελέτησε το 1554
τους τρόπους με τους οποίους αλίευαν τότε οι ψαράδες της Προποντίδας.
Τσίροι……….
Στο Ρύσιο (Αρετσού ή Ντάριτζα) μετά την αλίευση των
τσίρων,( ήταν τα σκουμπριά τα οποία μετά την ωοτοκία τους ήταν ισχνά. Έτσι,
έμεινε να λέγονται και οι αδύνατοι άνθρωποι.) που
διαρκούσε από τις 25 Μαρτίου έως τις 15 Μαΐου και η αλίευσή τους γινόταν από
τους κατοίκους της Αρετσούς σε δεκατέσσερα ή δεκαπέντε μεγάλα νταλιάνια ή πόχες,
τα οποία στήνονταν σε διάφορους ψαρότοπους.

Τότε οι γεμιτζήδες (αλιεργάτες) μετέφεραν τις ποσότητες στο χωριό και κατά τις απογευματινές και εσπερινές ώρες, αφού έπαιρναν το μερίδιό τους, τις παρέδιδαν στους νοικοκύρηδες, οι οποίοι πάστωναν με αλάτι τους τσίρους μέσα σε βαρέλια. Μετά την πάροδο δύο ωρών, το αλάτι πέτρωνε τα ψάρια, ενώ τα πίεζαν με πέτρες.
Το επόμενο πρωί έβγαζαν τους τσίρους από
το βαρέλι και τους άπλωναν στο τσακίλι (βοτσαλένια παραλία της
Αρετσούς ή Ντάριτζα),
ώστε να μην κολλάνε στην άμμο. Κατόπιν, αφού έβγαζαν τα εντόσθιά τους, τους
έκαναν αρμαθιές των 22-26 τσίρων και τους έριχναν στη θάλασσα για να τους
καθαρίσει. Μετά από δύο ώρες, τους έβγαζαν και τους κρεμούσαν σε αυτοσχέδιες
κατασκευές για να ξεραθούν. Η ξήρανση διαρκούσε 5-6 ημέρες, μετά το πέρασμα των
οποίων οι τσίροι ήταν έτοιμοι προς πώληση.
Μετά την
ανταλλαγή των πληθυσμών, η απασχόληση με την αλιεία των τσίρων στη Ντάριτζα
έχει εκλείψει. Oι τεράστιες ποσότητες τσίρων που την εποχή των Ελλήνων
εξάγονταν στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό, δεν παράγονται πια. Λέγεται
μάλιστα ότι ο Ισμέτ Ινονού έστελνε με το διπλωματικό σάκο τσίρους από την
Αρετσού στον πρέσβη της Γερμανίας Van
Papen.
Η ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΟΣ ΑΡΕΤΣΟΥ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Το ιστορικό ντοκιμαντέρ του Γρηγόρη Οικονομίδηfilm@aretsou.gr
Μπερεκέτι λοιπόν
μεγάλο και πλούτος αστείρευτος τα περαστικά ψάρια,
αναφέρει ο Kερδώος Ερμής
Παραθέτω και ένα ποίημα
του Orhan Veli
Kanık που αναφέρει τα νταλιάνια
İSTANBUL’U
DİNLİYORUM
……………
…………………………..
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı;
Kuşlar geçiyor derken
Yükseklerden sürü sürü, çığlık çığlık…
Ağlar çekiliyor dalyanlarda,
Bir kadının suya değiyor ayakları,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Ağlar çekiliyor dalyanlarda,
Bir kadının suya değiyor ayakları,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Σύντομα θα συνεχίσω την το ταξείδι των αναμνήσεων μου στα καταγάλανα άτακτα νερά του Βοσπόρου.


















